Το Σπίτι με τα Μούσμουλα

0

                                                                              Το σπίτι με τα μούσμουλα

Από την Φωτεινή Παπαδοπούλου

 

Ευρυδίκη : Αδελφή της Κας Πεσπέ

Κα Πεσπέ : Ιδιοκτήτρια

Παρασαΐδου : Μηχανικός

Αθανασία : Φίλη της Πεσπέ

Γεωργία : Υπομηχανικός της Τουβλέξ

Κακαβούλη : Κτηματομεσίτης

Πέπη : Κόρη

 

Ευρυδίκη :            Θαυμάζεις το ανάκτορο;

Κα Πεσπέ :           Ναι. Δεν σου αρέσει;

Ευρυδίκη :           Βλέπεις τα τρία μεγαθήρια που χτίσθηκαν δίπλα μας. Τα οικονόμησαν οι οικοπεδούχοι.

Κα Πεσπέ :           Ε και; Γιατί να το δώσω …τί να δώσω δηλαδή· να προδώσω το σπίτι που με μεγάλωσε από μωρό, να προδώσω τις μουσμουλιές… Τί του λείπει;

Ευρυδίκη :           Δεν είναι σύγχρονο.

Κα Πεσπέ:            Μωρ΄τί μου λες; Μέχρι και μπάνιο μου βάλανε να του φτιάξω… Έτσι έχασα τον περίπατο των είκοσι μέτρων επί τόσες φορές κάνε τον

λογαριασμό  να βρεις πόσα χιλιόμετρα· τρελά πράγματα. (κουδούνι)

Παρασαΐδου :     Σας διακόπτω; Επιτρέπεται;

Κα Πεσπέ :            Ορίστε;

Παρασαΐδου :     (δίνει το χέρι της στην Κα Πεσπέ). Παρασαΐδου, μηχανικός.

Κα Πεσπέ :            (σιγά στο κοινό) Κατά φωνή και ο γάιδαρος. Χαρούλα Πεσπέ. Καθίστε.

Παρασαΐδου :      Δικό σας είναι το σπίτι;

Κα Πεσπέ :            Καθ΄ολοκληρίαν.

Παρασαΐδου :     Εγώ είμαι η μηχανικός που έχτισε την απέναντι πολυκατοικία.

Κα Πεσπέ :            Καλή είναι.

Παρασαΐδου :      Σκέφτομαι να χτίσω μία και εδώ.

Κα Πεσπέ :            Πού εδώ;

Παρασαΐδου :     Στο δικό σας.

Κα Πεσπέ :            Πώς το σκεφτόσαστε δηλαδή; Γιατί εγώ, δεν το σκέπτομαι.

Παρασαΐδου :     Πόσο είναι το οικόπεδο;

Κα Πεσπέ :            Εφτακόσια τετραγωνικά.

Παρασαΐδου :     Πόσο το πουλάτε;

Κα Πεσπέ :            Δεν το πουλώ.

Παρασαΐδου :    Μην είστε απόλυτη. Σας προσφέρω 3οο.οοο € το τετραγωνικό.

Ευρυδίκη :           35ο.οοο χιλιάδες πουλήθηκε το διπλανό.

Παρασαΐδου :    Ας είναι 35ο.οοο. Δεν θα τα χαλάσουμε. Θα πάρετε 2οο.οοο € στο χέρι και θα μας παραδώσετε την μονοκατοικία.

Κα Πεσπέ :            Δεν θα πάρω τίποτα και δεν θα παραδώσω τίποτα.

Παρασαΐδου :    Γιατί Κα Πεσπέ;

Κα Πεσπέ :            Γιατί δεν το πουλάω. Είμαι πολύ ευχαριστημένη απ΄το σπίτι μου, και δεν έχω όρεξη ν΄αλλάξω γειτονιά.

Παρασαΐδου :    Μα είναι κρίμα Κα Πεσπέ, τέτοιο οικόπεδο σε τέτοιο σημείο να πηγαίνει χαμένο. Πρέπει να το αξιοποιήετε. Αν δεν θέλετε μετρητά, μπορούμε

να  κανονίσουμε το ζήτημα με αντιπαροχή.

Κα Πεσπέ :            Δηλαδή;

Παρασαΐδου :    Θα υπολογίσουμε την αξία του οικοπέδου και θα σας δώσουμε ανάλογα διαμερίσματα. Ας πούμε ένα πεντάρι και δύο τριάρια. Ή ένα πεντάρι

και δύο μαγαζιά.    Αυτά ρυθμίζονται. Γιά σκεφθείτε το Κα Πεσπέ !

Κα Πεσπέ :           Δεν έχω να σκεφτώ τίποτα. Εμένα μ΄αρέσει να κάθομαι εδώ, νάμαι αφέντρα στο σπίτι μου. Να τρώω τα μούσμουλά μου, τα σταφύλια μου, και

να ρεμβάζω.

Παρασαΐδου :    Μην είσθε τόσο απόλυτη, Κα Πεσπέ. Εγώ σας αφήνω να το σκεφθείτε. Θα ξαναπεράσω. Χαίρετε. (φεύγει)

Ευρυδίκη :           (από μέσα βγαίνοντας στη σκηνή). Δεν της φέρθηκες καλά. Η γυναίκα, σου έκανε μιά πρόταση. Εσύ σκέψου την. Όχι αμέσως «δεν το δίνω».

Κα Πεσπέ :           Ευρυδίκη, μη μου ξανακάνεις κουβέντα γι΄ αυτό το ζήτημα σε παρακαλώ. Εγώ το σπίτι δεν το πουλάω.  Τετέλεσται! Και τί κακό είναι αυτό! δεν

τολμώ να βγω στην αυλή μου να πιω τον καφέ μου και μιά ο ένας μιά ο άλλος. (κουδούνι) Κατά φωνή !

Κα Κακαβούλη: (κτηματομεσίτισσα) Σας περίμενα πολλή ώρα από τα απέναντι, για να σας μιλήσω. (συστήνεται) Κα Κακαβούλη κτηματομεσίτης.

Κα Πεσπέ :           Τί θέλετε;

Κα Κακαβούλη: Πρόκειται για το σπίτι. Καθώς ξέρετε, βρισκόμαστε σε περίοδο οικοδομικού οργασμού, τα παλαιά πέφτουν.

Κα Πεσπέ :           Το δικό μου δεν θα πέσει Κα Κακαβούλη.

Κα Κακαβούλη: Θα πέσει Κα Πεσπέ. Μοιραίως θα πέσει. Δεν βλέπετε τί γίνεται γύρω σας; Κατέχετε ένα οικόπεδο, που πρέπει να αξιοποιηθεί. Μιά περιουσία

που θα σας φέρει εισόδημα. Τώρα έχετε κανένα εισόδημα;

Κα Πεσπέ :           Έχω. Τρώω τα μούσμουλά μου, και τα σταφύλια μου και πίνω τον καφέ μου ρεμβάζοντας. Λίγο το έχετε αυτό;

Κα Κακαβούλη: Είσθε μήπως πλούσια;

Κα Πεσπέ :           Με την έννοια που το τοποθετείτε, όχι. Αλλά με τη δική μου ναι. Για να τελειώνουμε δεν θέλω εισόδημα. Θέλω να τρώω τα μούσμουλά μου απ΄

τις μουσμουλιές μου.

Κα Κακαβούλη: Μα χριστιανή μου, μούσμουλα πουλάει ο μανάβης. Να σκεφθείτε την πρότασή μου. Θα ξαναπεράσω.

Κα Πεσπέ :           (ειρωνικά) Να μην μας λησμονήσετε.

[Ξαφνικά βλέπει ένα κορίτσι να μπαίνει στην αυλή της με μία μεζούρα]

Κα Πεσπέ :           Μοδίστρα είστε;

Γεωργία :              Όχι.

Κα Πεσπέ :           Τότε τί την θέλετε την μεζούρα;

Γεωργία :              Ήρθα να μετρήσω.

Κα Πεσπέ :           Τί να μετρήσετε;

Γεωργία :              Το οικόπεδο.

Κα Πεσπέ :           Κι εγώ που νόμιζα το ύφασμα…

Γεωργία :             (λίγο αγαθά)  Όχι,όχι ! Το οικόπεδο καλέ …

Κα Πεσπέ :           Ποιό οικόπεδο; Εδώ είναι σπίτι.

Γεωργία :             Ναι, εγώ το μετρώ για οικόπεδο.

Κα Πεσπέ :           Και τί είσαι εσύ;

Γεωργία :              Δουλεύω σαν βοηθός μηχανικού στην εταιρεία «Τουβλέξ». Με στείλανε να το μετρήσω γιατί πρόκειται να γίνει πολυκατοικία.

Κα Πεσπέ :           Ρωτήσατε τον ιδιοκτήτη του αν το πουλάει;

Γεωργία :              Θα το πουλήσει, τί θα κάνει !

Κα Πεσπέ :          Εγώ αμφιβάλλω. Άδικα μετράτε.

Γεωργία :              Δεν πας στη δουλειά σου Χριστιανή μου να μ΄αφήσεις να κάνω κι εγώ την δική μου; Άι παράτα με…

Κα Πεσπέ :        [Πιάνει την άκρη του μέτρου την τυλίγει και το πετάει] Πήγαινε στο διάολο κάθαρμα που θα μου πεις να πάω στην δουλειά μου. Εγώ είμαι

η ιδιοκτήτρια. Και δεν το πουλώ. Και μην σε ξαναδώ γιατί θα σε κρεμάσω απ΄την μουσμουλιά.(κουδούνι)

                                                                                [Ξαναμπαίνει η Παρασαΐδου)

Παρασαΐδου :   Το σκεφτήκατε Κα Πεσπέ;

Κα Πεσπέ :           Δεν το πουλάω.

Παρασαΐδου :    Για ξανασκεφθείτε το, μην είσθε τόσο απόλυτη. Θα σας δώσω 4οο.οοο € το μέτρο.

Κα Πεσπέ :           Ούτε 8οο.οοο €.

Παρασαΐδου :    (υποψιασμένη)  Ήρθατε σε επαφή με την εταιρία «Τουβλέξ». Τί του είπατε;

Κα Πεσπέ :           Τον κακό τους τον καιρό.

Ευρυδίκη :            [Παρακολουθεί την κουβέντα]. Μην είσαι τόσο φανατικιά Χαρούλα. Οι άνθρωποι συζητούν.

Κα Πεσπέ :           Εγώ δεν συζητώ. Και σου τόχω πει. Σου απαγορεύω να μου κάνεις κουβέντα γι΄αυτό το ζήτημα. (κουδούνι)

[Μπαίνει η Αθανασία από την αυλή]

Κα Πεσπέ :           Πώς ήταν αυτό Αθανασία; Μαύρα μάτια κάναμε να σε δούμε.

Αθανασία :          Ε!  Καιρό είχα να σε δω και είπα : Ας πάω να δω τί γίνεται η Χαρούλα.

Κα Πεσπέ :           Θα πιείς καφέ.

Αθανασία :          Ψήσε έναν. (κάθεται στον κήπο)   [τάχα αδιάφορα]

Αλήθεια Χαρούλα, αυτή την οικοπεδάρα που έχεις, πώς δεν σκέφτηκες να την δώσεις για πολυκατοικία;

Κα Πεσπέ :           (στο κοινό) Άρχισαν τα όργανα. (στην Αθανασία) Αυτό βρήκες να μου πεις για πρώτη κουβέντα.Ε λοιπόν δεν θέλω να τη δώσω Αθανασία.

Βολεύομαι μιά χαρά.

Αθανασία :        Δεν κάνεις καλά. Τώρα εγώ σου μιλώ σαν φίλη για το συμφέρον σου, αλλιώς τί με νοιάζει; Άμα βρεθεί όμως μιά σοβαρή οικοδομική  εται-

ρεία όπως η «Τουβλέξ»

Κα Πεσπέ :           (την διακόπτει)  Να το δώσω. Αι στο διάολο Αθανασία. Βαλτή είσαι το δίχως άλλο. Πόσα σου τάξανε μωρέ Αθανασία;

Αθανασία :         (με σκυφτό το κεφάλι) 200 €.

Κα Πεσπέ :           Και για 200 €  ήρθες να πωλήσεις τη φιλία μας; Ντροπή σου ρε Αθανασία. Σβήσε τη φιλία μας.

Αθανασία :          Εγώ πάντως για το συμφέρον σου φρόντισα. Και έχε υπ΄όψιν σου, ότι τα παλαιά σπίτια παίρνουν εύκολα φωτιά.

Κα Πεσπέ :          (στο κοινό) Τον καλό της τον λόγο τον ξεφούρνησε πάλι.

Αθανασία :          Καλά καλά λέγε εσύ αλλά να ξέρεις ότι μπορεί μα ψηφισθεί  και νόμος υποχρεωτικής απαλλοτριώσεως παλαιών οικοδομών.

Κα Πεσπέ :           Άει στο διάολο. Άμα έχεις τέτοιους φίλους τί τους θέλεις τους εχθρούς.(κουδούνι)

Ευρυδίκη :            (από μέσα) Ήρθε η Παρασαΐδου  (βγαίνει στη σκηνή) και ρώτησε αν είσαι εδώ.

Κα Πεσπέ :           (ειρωνικά) Μπα; Της έλειψα; (σοβαρά) Και δεν την πέταξες έξω με τις κλωτσιές;

Ευρυδίκη :            Της είπα ότι ματαίως προσπαθεί, και να κοιτάξει αλλού. Αλλά γιατί βρε Χαρούλα δεν το σκέφτεσαι και αλλιώς το ζήτημα του σπιτιού;

Κα Πεσπέ :          Γιατί, εγώ θέλω να το σκέφτομαι έτσι.

Ευρυδίκη :            Ναι· εσύ τώρα πια είσαι η ιδιοκτήτρια του σπιτιού, δεν λέω, αλλά έχουμε κι εγώ λόγο, και η κόρη σου, που ζούμε μαζί σου. Πρέπει να μας

εξασφαλίσεις. Να κοιτάξεις το συμφέρον μας… Ξέρεις τί λέω;

Κα Πεσπέ :          Να μην λες. Άσε με τώρα ρεμβάζω.

Ευρυδίκη :            Να ρεμβάσεις δεν λέω, αλλά ας το κουβεντιάσουμε και λίγο. Γιατί είσαι τόσο απόλυτη;

Κα Πεσπέ :          Μόλις ησύχασα από τους τριβόλους και διαβόλους μ΄άρχισες τώρα εσύ Ευρυδίκη; Η αδελφή μου;

Ευρυδίκη :            Είσαι αγύριστο κεφάλι.

Κα Πεσπέ :          Είμαι. Η Παρασαΐδου σ΄έβαλε να μου τρως τ΄αυτιά;

[Μπαίνει από τον κήπο η Πέπη η κόρη της Κας Πεσπέ]

Πέπη :                    Μαμά γιατί δεν το δίνουμε; Θα έχουμε και εισόδημα. Κι εδώ που τα λέμε, οικονομικώς δεν ευπορούμε.

Κα Πεσπέ :          Να δουλέψεις να ευπορήσεις.

Ευρυδίκη :            Μην είσαι τόσο απόλυτη.

Κα Πεσπέ :          Κατάπιες μαγνητόφωνο (την μιμείται), μην είσαι τόσο απόλυτη. Ευρυδίκη ! αν μεταχειρισθείς ξανά αυτή την λέξη που σου σφύριξε η

η   Παρασαΐδου θα  σε δέσω στη μουσμουλιά.

Πέπη :                    Μας δίνουν 6.5οο € βρε μαμά. Με τα μισά παίρνουμε ένα ωραίο διαμέρισμα και με τ΄άλλα αυτοκίνητο και θάχουμε και να ξοδεύουμε.

Κα Πεσπέ :          Δεν έχω καμμιά όρεξη για αυτοκινητιστικό δυστύχημα.

Πέπη :                  Μα γιατί μαμά είσαι τόσο επίμων;

Κα Πεσπέ :          Έτσι είμαι. Αυτό το αρχοντικό, εγώ, δεν το πουλάω.

Πέπη :                  Αρχοντικό γεμάτο κατσαρίδες.    Το δε χειμώνα ξεπαγιάζουμε.

Κα Πεσπέ :         Το κρύο κυρά μου μας κρατάει σε φόρμα. Και καταλάβετέ το. Κάνω το γούστο μου. Θέλω να κάθομαι σ΄αυτό το σπίτι, να τρώω τα μούσμουλά

μου, τα μούρα μου, τα σταφύλια μου, και να πίνω λεμονάδα απ΄τις λεμονιές μου.

Πέπη :                  Εγώ δεν μπορώ πια να μένω σ΄αυτή την παλιατσούρα. Ντρέπομαι. Όλες οι φίλες μου κάθονται σε διαμερίσματα με ασανσέρ, με καλοριφέρ,

με θυρομεγάφωνο.

Κα Πεσπέ :        Οποιανού δεν του αρέσει δρόμο.

Πέπη :                  Κι επιτέλους μαμά το σπίτι ανήκει και σε μένα.

Κα Πεσπέ :        Τί είπες βρε ! (σηκώνει το χέρι και της δίνει χαστούκι)

Ευρυδίκη :         Μη προς Θεού.

Κα Πεσπέ :       Πάρτε το απόφαση μιά για πάντα. Όσο ζω εγώ το σπίτι δεν πουλιέται. Άμα πεθάνω κέντε το πολυκατοικία ουρανοξύστη πύργο του Άιφελ.

Πέπη :                 Αυτό λέγεται γαϊδουρινό πείσμα.

Κα Πεσπέ :        Αχ δεν αισθάνομαι καλά. Τα χάπια μου. Ζαλίζομαι

(Αναστατώνονται όλοι)

Ευρυδίκη :         Χαρούλα,  Χαρούλα μου, αδελφούλα μου να φωνάξουμε ένα γιατρό. Πέπη. Πέπη ένα γιατρό.

Κα Πεσπέ :        Ευρυδίκη σε παρακαλώ να καλέσεις αμέσως.

Ευρυδίκη :         (την κόβει)  Τον γιατρό.

Κα Πεσπέ :       Ποιόν γιατρό; Την Παρασαΐδου την μηχανικό. Να το κατεδαφίσει να το κατεδαφίσει. Γιατί τότε μόνον θα ησυχάσετε. (στο κοινό) καλύτερα

να  κατεδαφισθεί αυτό παρά εγώ. (Χαμογελάει θλιμένα)Το περιοδικό δεν συμφωνεί απαραίτητα με τα γραφόμενα από έκαστο αρθρογράφο. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση άρθρου ή τμήματος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος του περιοδικού και του ονοματεπώνυμου ή ψευδώνυμου του αρθρογράφου.

Share.

About Author