ΛΙΓΑΚΙ ΑΠΡΟΣΕΧΤΟΣ

0

ΛΙΓΑΚΙ ΑΠΡΟΣΕΧΤΟΣ

Ήταν περασμένα μεσάνυχτα και συνέχιζε να κάνει κύκλους σαν όρνιο με τ’ αμάξι. Την

πρώτη φορά είδε απλά μια κόκκινη σκιά να στέκεται όρθια στη γωνία, λίγο πιο πέρα

απ’ τον δρόμο των μπουρδέλων. Όταν ξαναπέρασε, έκοψε ταχύτητα και πρόσεξε

καλύτερα. Ψιλός, μελαμψός, τα μάτια του πετούσαν φλόγες. Όποτε περνούσε από

μπροστά του, χούφτωνε προκλητικά τα αρχίδια του.

Μιλούσε σπαστά ελληνικά, η προφορά του ξενική. Ήταν είκοσι χρονών, γεννημένος

εδώ. Το όνομά του δεν είχε σημασία, πες με όπως θες, του είπε, κανένας. Ήξερε ένα

μέρος, όχι πολύ μακριά, που είχε ησυχία. Στο δρόμο δεν μιλούσαν. Οδηγούσε κάπως

νευρικά και κάπου κάπου τον κοιτούσε και χαμογελούσε. Περνούσαν από αμαξοστάσια

λεωφορείων, παλιές ερειπωμένος βιοτεχνίες και μάντρες γεμάτες παλιοσίδερα και

μπάζα. Στο πλάι έβλεπαν καμιά νταλίκα αραγμένη ή κανά κουρασμένο κοπρίτη

σωριασμένο στο κράσπεδο. Συνάντησαν και ένα νεκροταφείο όπου αναπαύονταν οι

ψυχές, πέρασαν και κάτω από μια μεγάλη γέφυρα. Δρόμοι σκοτεινοί, λερωμένοι,

γεμάτοι λακκούβες, περιοχές που μύριζαν θάνατο. Δεν τα ήξερε αυτά τα μέρη, εδώ,

στην άκρη της πόλης. Τον καθοδηγούσε αυτός, που να στρίψει και που να προχωρήσει.

Στο τέλος πέρασε τις γραμμές των τραίνων και έστριψε δεξιά, σ’ ένα στενό. Ήταν

αδιέξοδο, θεοσκότεινα, με κάτι χαμηλά σπίτια τριγύρω και λίγα δέντρα. Άρχισε να

βγάζει τα ρούχα.

Ούτε που κατάλαβε πως του την έπεσαν. Ήταν τρεις. Πετάχτηκαν ξαφνικά πίσω από τα

δέντρα, άρχισαν να τον χτυπούν και να τον βρίζουν. Του άδειασαν το πορτοφόλι, ότι

λεφτά είχε, τις κάρτες και το κινητό. Όμως, αυτά δεν έφταναν, ήθελαν κι άλλα. Τον

έβαλαν στο πίσω κάθισμα. Στο δρόμο συνέχιζαν να τον βρίζουν και να τον χτυπούν,

ώσπου βαρέθηκαν ή κουράστηκαν, ποιος ξέρει, και σταμάτησαν. Δεν καταλάβαινε που

πήγαιναν, τα τζάμια είχαν θαμπώσει, του είχαν βγάλει και τα γυαλιά, δεν έβλεπε

τίποτα. Για κάμποση ώρα προχωρούσαν σιωπηλοί, όταν ξαφνικά άρχισαν τις

δικαιολογίες και τις μεταμέλειες, σαν να του ζητούσαν συγνώμη για την πράξη τους και

μάλιστα χωρίς να τους το ζητήσει. Είχαν μεγάλες ανάγκες, είπαν. Άλλος για τα παιδιά

του, άλλος για ναρκωτικά. Ένας μόλις είχε βγει από τη φυλακή. Κάπως έπρεπε να

ζήσουν κι αυτοί, δεν είχαν άλλες επιλογές. Τους άκουγε χωρίς να μιλά, μόνο τους

κοιτούσε κατ’ ευθείαν στα μάτια. Δεν τους πίστεψε, αλλά και δεν τον ένοιαζαν όλα

αυτά. Το μόνο που ήθελε ήταν να ξεφύγει, αυτό μόνο σκεφτόταν όση ώρα του

αράδιαζαν τα παραμύθια τους.

Κάποια στιγμή το αυτοκίνητο σταμάτησε σ’ ένα στενό. Ήθελαν να σηκώσει από την

τράπεζα λεφτά και μετά θα τον αφήναν ελεύθερο. Του δώσανε πίσω το άδειο

πορτοφόλι και τα γυαλιά στραβωμένα από τις μπουνιές. Κάποιος προσφέρθηκε να του

τα ισιώσει κάπως. Μετά βγήκαν στον δρόμο. Δύο έμειναν στο αμάξι, οι άλλοι συνοδεία.

Αν προσπαθούσε να το σκάσει, θα του καίγανε το αμάξι, είπαν.

Περπατούσαν πλάι-πλάι, αυτός στη μέση. Δεν τον κρατούσαν και για το αυτοκίνητο δεν

τον ένοιαζε, μόνο φοβόταν μην είχαν κάνα μαχαίρι πάνω τους. Έφτασαν σε μια πλατεία

με φώτα, ανθρώπους και αυτοκίνητα. Πέρασαν και από μια πιάτσα με ταξί.

Προχωρούσαν αργά, δήθεν αδιάφορα, σαν φιλαράκια, όμως χωρίς κουβέντες και

πλάκες, σοβαροί και αμίλητοι. Κανείς δεν τους έδινε σημασία. Η τράπεζα βρισκόταν

ακριβώς απέναντι. Έπρεπε να περάσουν τον κεντρικό δρόμο. Σταμάτησαν και

περίμεναν να αδειάσει ο δρόμος. Σαββατόβραδο, περασμένες τέσσερις, είχε πολύ

κίνηση ακόμα. Τον κοίταξε για πρώτη φορά φοβισμένα -ίσως κάποιο προαίσθημα- και

τα μάτια του είχαν πλέον σκοτεινιάσει, δεν έβγαζαν φλόγες. «Μη φύγεις», του είπε και

αυτός τον καθησύχασε με ένα χαμόγελο.

Το περιπολικό κατέβαινε χωρίς βιασύνη, με σβηστούς τους φάρους, περιπολία

ρουτίνας. Ούτε που κατάλαβαν πότε τους ξέφυγε. Πετάχτηκε στη μέση του δρόμου και

άρχιζε να φωνάζει για βοήθεια. Όταν έφτασε το περιπολικό και μπήκε μέσα, αυτοί

είχαν προλάβει να χαθούν στα γύρω σκοτάδια.

Στο Τμήμα έδωσε κατάθεση –δεν τα είπε όλα- και του είπαν ότι έπρεπε να υποβάλει

μήνυση, έστω και κατά αγνώστων. Όταν ξημέρωσε, βρήκαν το αυτοκίνητο

παρκαρισμένο και άθικτο, κλειδωμένο και τα κλειδιά πεταμένα από κάτω. Η σήμανση

πήρε αποτυπώματα. Στην Ασφάλεια του έδειξαν κάποιες φωτογραφίες, αναγνώρισε

έναν, μα δεν το είπε. Πλέον δεν τον ένοιαζε. Είχε γλυτώσει απ’ τα χειρότερα. Έτσι κι

αλλιώς, έφταιγε κι αυτός. Ήταν λιγάκι απρόσεκτος.

Τελικά, τους πιάσανε μετά από δύο χρόνια, όταν σκότωσαν έναν εισαγγελέα. Τον

είχανε βρει στραγγαλισμένο, χωρίς ρούχα, μέσα στο πορτ-παγκάζ του αυτοκινήτου του.

Είχε γυναίκα και δύο παιδιά.

Στη δίκη καταθέσαν όλα τα θύματα της συμμορίας, καμιά δεκαριά συνολικά, εκτός απ’

τον νεκρό. Όλοι είπαν τις μισές αλήθειες. Αυτός, και πάλι, δεν αναγνώρισε κανέναν. Δεν

θυμόταν, είχε περάσει πολύς καιρός και όλοι αυτοί μοιάζουν μεταξύ τους, τέτοια έλεγε

στους δικαστές, κι ας μην τον πίστευαν, δεν είχε πλέον σημασία. Υπήρχαν τα

αποτυπώματα, οι ομολογίες και άλλα στοιχεία αδιάσειστα. Δεν υπήρχε καμία

αμφιβολία πως ήταν ένοχοι.

Μόνο ο δικηγόρος τους προσπάθησε να τον στριμώξει με υπονοούμενα. Πως έγινε το

συμβάν, τι γύρευε τέτοια ώρα σε κείνο το σημείο και άλλα παρόμοια που τον έφεραν

κάπως σε δύσκολη θέση. Δεν ήταν υποχρεωμένος να απαντήσει, είπε η πρόεδρος,

αυτά είναι προσωπικά δεδομένα, δεν ενδιαφέρουν το δικαστήριο. Και δεν απάντησε.

Έτσι κι αλλιώς, δεν ήταν αυτός κατηγορούμενος.

Όταν τέλειωσε την κατάθεση, βγήκε από την αίθουσα και την άλλη μέρα πήγε κανονικά

στη δουλειά του. Δεν έμαθε την ποινή τους, ούτε και τον ένοιαζε. Ήταν ανήλικοι,

τσιγγάνοι, με γυναίκες και παιδιά, άνεργοι και τοξικομανείς. Είχαν πολλά ελαφρυντικά.

Έτσι κι αλλιώς, έφταιγε κι αυτός. Ήταν λιγάκι απρόσεκτος.

 

 Το περιοδικό δεν συμφωνεί απαραίτητα με τα γραφόμενα από έκαστο αρθρογράφο. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση άρθρου ή τμήματος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος του περιοδικού και του ονοματεπώνυμου ή ψευδώνυμου του αρθρογράφου.

Share.

About Author

Γεννήθηκε το 1972 στην Πάτρα, όπου πλέον ζει μόνιμα. Γράφει ιστορίες φαντασίας και πραγματικότητας και λέει τη γνώμη του για πράγματα που τον αφορούν.