Η Ομίχλη

0

Η Ομίχλη

                                                                                                                                           Από  Spittle & Spittoon

 

 

Κυριακή πρωί, όλο ομίχλη. Μιά απ΄τις πολλές Κυριακές που πήγαινες εκεί, στο ίδιο σημείο.  Δεν έχουν σημασία οι τοπικές ακρίβειες. Κι άλλως τε… για λόγους ευνόητους… Εδώ στην Αττική πάντως. Περίμενες υπομονετικά  τα λεωφορεία στο γυαλιστερό απ΄τη υγρασία πεζοδρόμιο. Πάντα, έστω και τόσο πρωί επτά η ώρα,  πάντοτε έστω και Κυριακές, είχε εκεί πολύ κόσμο. Όλοι περίμεναν το λεωφορείο.  Οι πιο πολλοί ξένοι.Φτωχοί, δύστυχοι.

Για την ψυχή σου ήταν μεγάλη ακτίδα φωτός η εργασία που πήγαινες να κάνεις, πρωινά Κυριακών, εκείνο τον καιρό. Συνεργασία, για την ακρίβεια. Κάτι φιλόδοξο, και ωραίο. Μέσα στη μαυρίλα του χαμηλού μισθού σου, μέσα στα άγχη αλλά και τις χαρές που έπαιρνες απ΄τα παιδιά σου. Υπομονετικά περίμενες το λεωφορείο, με μόνη χαρά αυτήν, της δημιουργίας που σε λίγο, και πάλι θα άρχιζε, όπως κάθε Κυριακή,τότε.

Ψυχολογούσες. Διακριτικά σαν τον ποντικό, αλλά ψυχολογούσες.  Ό,τι κι αν έβλεπες. Σου είχε γίνει συνήθεια, σχεδόν από παιδί, όσο παρανοϊκό κι αν ακούγεται. Και σκεφτόσουν  πολλά.  Ως που κάποια στιγμή «καταφθάνει» αυτό, που καταρρίπτει κάθε «ψυχολογία». Κάθε λογική. Κάθε συναίσθημα. Κάθε σκέψη.  Ερχόντουσαν προς τα σένα –προς το πλήθος που περίμενε το λεωφορείο δηλαδή-  δυό πόρνες.  Η μιά, πιο μεγάλη στην ηλικία,αλλά πάλι νεαρή,  και πιο ψηλή. Η άλλη μικρούλα. Καμμιά εικοσαριά. Κι ούτε. Η μεγαλύτερη, έμοιαζε νάχει πάρει για τα καλά τον αέρα του επαγγέλματος. Δεν την ένοιαζε τίποτα. Έμοιαζε ευτυχισμένη. Φαινόταν να στηρίζει … ανθρώπινα τη μικρότερή της. Στη δουλειά, και στις ενοχές. Tης μιλούσε συνεχώς. Στην κυριολεξία την πήγαινε, την έσερνε σχεδόν. Η μικρούλα ήταν αμίλητη. Σαν σε κηδεία. Και ξάφνου, πέφτει το μάτι σου σε κάτι τρομερό. Το μικρότερο αυτό κορίτσι, κρατούσε το τσαντί της-φάκελο –χωρίς αλυσίδα ή χερούλι δηλαδή-  μπρος στα γεννητικά της όργανα. Σα νάθελε να τα κρύψει.  Σοκαριστικό. Και αποκαλυπτικό για το πώς ένοιωθε… Περπατούσε, και το μόνο που έμοιαζε να την νοιάζει, χωρίς ίσως να το καταλαβαίνει καν, ήταν μιά προσπάθεια να κρύψει, σαν με φύλλο συκής, τα γεννητικά της όργανα, λες και κάποιος την έβλεπε να περπατά γυμνή. Τόσο πολύ την βασάνιζε αυτό που έκανε. Κρατούσε επίμονα το τσαντί εκεί, στο κέντρο του σώματός της,  εννοώ με ένα χέρι αφύσικα αλλού γι αλλού απ΄ό,τι τό έχουμε όλοι, όταν περπατάμε.

Δεν ταίριαζε με τίποτε άλλο. Με καμμιά άλλη εξήγηση.

Δάκρυσες. Έκλαψες. Σε είδα.

 

 

 Το περιοδικό δεν συμφωνεί απαραίτητα με τα γραφόμενα από έκαστο αρθρογράφο. Απαγορεύεται η αναδημοσίευση άρθρου ή τμήματος άρθρου χωρίς την αναφορά του ονόματος του περιοδικού και του ονοματεπώνυμου ή ψευδώνυμου του αρθρογράφου.

Summary
Article Name
Η Ομίχλη
Description
Η Ομίχλη
Author

Share.

About Author